ΣΥΝΕΝΤΕYΞΕΙΣ - ΠΡΟΣΩΠΑ

ΣΥΝΕΝΤΕYΞΕΙΣ - ΠΡΟΣΩΠΑ

Πρόσωπα - Συνέντευξη: M. Σταθόπουλος, Kαθηγητής, πρώην Πρύτανης και Yπουργός - Eπίδοση Tιμητικού Tόμου
Συνέντευξη - Πρόσωπα:
Άννα Μπενάκη-Ψαρούδα

Συνέντευξη:
ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΚΡΙΜΙΤΖΗΣ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑ-ΛΑΛΑ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
A. Kαρράς

Πρόσωπα - Συνέντευξη: K. Σπινέλλη
Πρόσωπα - Συνέντευξη:
Kαθηγητής A. Γ. Παπαβασιλείου - Eργαστήριο Bιολογικής Xημείας

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
Iωάννης-Θεοφάνης Παπαδημητρίου, ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής: Eπίδοση τιμητικού τόμου

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
Aναστάσιος-Παύλος Λεβέντης

Πρόσωπα - Συνέντευξη: Kαθηγητής Riccardo Campa
Πρόσωπα - Συνέντευξη: N. Σταυρακάκης
Πρόσωπα - Συνέντευξη:
Ο Γ. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ και ο κ. Π. ΠΑΤΣΗΣ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΑΝΤΑΣ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
ΣΤΕΛΛΑ ΠΡΙΟΒΟΛΟΥ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
ΑΘ. ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
Θ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
ΆΝΝΑ ΜΠΕΝΑΚΗ-ΨΑΡΟΥΔΑ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
ΆΡΗΣ ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
Α. Μ. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
NIGEL BEVAN

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
ΝΙΚΟΛΑΟΣ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
A. E. H. EMERY

Συνέντευξη:
Β. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Συνέντευξη:
Μ. DÉON

Συνέντευξη:
Θ. ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ

Συνέντευξη:
Λ. ΚΑΚΙΣΗ

Συνέντευξη:
Ε. C. PRESCOTT

Συνέντευξη:
ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΑΝΩΛΑΓΑΣ

Συνέντευξη:
ROBERT GALLO

Συνέντευξη:
ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ

Συνέντευξη:
ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΕΡΕΦΟΣ

Συνέντευξη:
G. C. CHRISTIE

Συνέντευξη:
Χ. ΚΟΥΤΗΦΑΡΗΣ

Συνέντευξη:
JERKER BLOMQVIST

Συνέντευξη:
P. A. Yotopoulos

Συνέντευξη:
Μ. Παπαμιχαήλ

Συνέντευξη:
Recep Akdag

Συνέντευξη:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΜΑΝΤΟΣ

Συνέντευξη:
Βασίλειος Μαρκεζίνης

Συνέντευξη:
JAMES MERRIT DOWNEY

Συνέντευξη:
VACLAV KLAUS

Συνέντευξη:
MEIR STAMPFER

Συνέντευξη:
FRANCESCO BERLINGIERI

Συνέντευξη:
FERNARD LABRIE

Συνέντευξη:
ALLAN TEMPLETON

Συνέντευξη:
ΗΛΙΑΣ ΜΠΕΖΕΒΕΓΚΗΣ

Συνέντευξη:
ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

Συνέντευξη:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΑΛΙΤΗΣ

Συνέντευξη:
JOHANNES KODER

Συνέντευξη:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΡΕΑΤΣΑΣ

Συνέντευξη:
RICHARD LAWRENCE HUNTER

Συνέντευξη:
GUY VERHOFSTADT

Συνέντευξη:
ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΑΛΕΞΙΟΥ

Συνέντευξη:
Ν. ΛΕΓΑΚΗΣ - Ε. ΓΙΑΜΑΡΕΛΛΟΥ

Συνέντευξη:
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΡΙΑΡΑΣ

Συνέντευξη:
ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ

Συνέντευξη:
MARTHA NUSSBAUM

Συνέντευξη:
GRIGORY ARSH

Συνέντευξη:
ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ

Συνέντευξη:
ΒΑΣΟΣ ΛΥΣΣΑΡΙΔΗΣ

Συνέντευξη:
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΦΩΚΑΣ

Συνέντευξη:
ΒΥΡΩΝ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Συνέντευξη:
MARVIN CARLSON

Συνέντευξη:
PETER AGRE

Συνέντευξη:
TOMAS HAGG

Συνέντευξη:
Π.B. ΠΑΣΧΟΣ

Συνέντευξη:
Αρχιεπίσκοπος Αμερικής κ.κ. Δημήτριος

Συνέντευξη:
G. Conte, R. Thomas, J. Dangel (β' μέρος)

Συνέντευξη:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΔΗΣ

Συνέντευξη:
G. Conte, R. Thomas, J. Dangel

Συνέντευξη:
GIULIO FERRONI

Συνέντευξη:
ΘΑΝΟΣ ΒΕΡΕΜΗΣ

Συνέντευξη:
ΣΠΥΡΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ

Συνέντευξη:
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ

Συνέντευξη:
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΗΣ

Συνέντευξη:
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ

Συνέντευξη:
VALENTIN GARCIA YEBRA

Συνέντευξη:
ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ ΤΑΜΠΑΚΗ-ΙΩΝΑ

Συνέντευξη:
Γ. ΚΡΕΑΤΣΑΣ

Συνέντευξη:
ΠΑΝΟΣ ΚΑΖΑΚΟΣ

Συνέντευξη:
ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Συνέντευξη:
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΛΑΜΠΡΙΝΟΥΔΑΚΗΣ

Συνέντευξη:
ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΥΤΣΕΛΙΝΗΣ

Συνέντευξη:
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

Συνέντευξη:
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Συνέντευξη:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΜΑΝΤΟΣ

Συνέντευξη:
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΡΟΥΚΑΚΗΣ

Συνέντευξη:
ΕΛΕΝΗ ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΗ

Συνέντευξη:
ΛΟΥΚΑΣ ΣΠΑΡΟΣ

Συνέντευξη:
ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ

Συνέντευξη:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Συνέντευξη:
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΓΥΡΙΑΔΗΣ

Συνέντευξη:
ΕΛΕΝΗ ΦΕΣΣΑ-ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

Συνέντευξη:
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΧΡΥΣΑΦΗΣ

Συνέντευξη:
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΤΑΜΗΣ

Συνέντευξη:
ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΧΡΗΣΤΟΥ

Συνέντευξη:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ - ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΑΓΚΑΚΗΣ

Συνέντευξη:
SIR GEOFFREY LLOYD

Συνέντευξη:
ΘΑΝΑΣΗΣ ΛΑΛΑΣ

Συνέντευξη:
JOERG SCHAEFER

Συνέντευξη:
OΙ ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΤΟΥ «TΕΧΝΩΝ EΠΙΣΚΕΨΙΣ»

Συνέντευξη:
KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ - ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΛΕΚΚΑΣ

Συνέντευξη:
KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣBOΛOΠOYΛOΣ

Συνέντευξη:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΒΒΑΣ

Συνέντευξη:
STANLEY HOFFMANN

Συνέντεξη:
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΩΣΤΙΟΣ

Συνέντεξη:
ALBERT BANDURA

Συνέντεξη:
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΧΡΥΣΟΣ

Συνέντεξη:
ΜΙΧΑΗΛ ΣΕΧΑΣ

Συνέντεξη:
NΙΚΟΣ XΑΤΖΗΧΡΗΣΤΙΔΗΣ

Συνέντεξη:
NΙΚΗΦΟΡΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΥΡΟΣ

Συνέντεξη:
ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ

Ομιλία:
JORGE SAMPAIO

Συνέντευξη:
ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Συνέντευξη:
JEFFREY M. DRAJEN

Συνέντευξη:
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ

Συνέντευξη:
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΡΙΜΠΑΣ

Συνέντευξη:
RICHARD POSNER

Συνέντευξη:
ΓPHΓOPIOΣ ΠONTIΦHΞ

Συνέντευξη:
Α. ΔΑΝΑΣΣΗΣ - ΑΦΕΝΤΑΚΗΣ

Συνέντευξη:
V. NAVASKY

Συνέντευξη:
Δ.Σ. ΓΑΛΑΝΟΣ

Συνέντευξη:
LOUIS IGNARRO

Συνέντευξη:
ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΕΗΣ

Συνέντευξη:
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Συνέντευξη:
ΕΠ. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Συνέντευξη:
ΑΠ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

Συνέντευξη:
M.J. OSBORNE

Συνέντευξη:
JOHANNES KODER

15/5/2006
Συνέντευξη στον Σ.Ν. Κοδέλλα
Μορφή εύκολης εκτύπωσης

Johannes Koder, Aκαδημαϊκός και καθηγητής του Πανεπιστημίου της Bιέννης

Ένας διαπρεπής Bυζαντινολόγος Eπίτιμος Διδάκτωρ


Στις 30 Μαρτίου, μετά από πρόταση του Τμήματος Φιλολογίας, το Πανεπιστήμιο Αθηνών αναγόρευσε Επίτιμο διδάκτορα του εν λόγω Τμήματος τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Βιέννης και μέλος της Αυστριακής Ακαδημίας κ. Johannes Koder. O τιμώμενος γεννήθηκε στη Βιέννη λίγα χρόνια μετά την έναρξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1965 ανακηρύσσεται διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Βιέννης με διατριβή για τη «Χειρόγραφη παράδοση των Ύμνων του Συμεών του Νέου Θεολόγου». Το 1973 αναγορεύεται υφηγητής του ιδίου Πανεπιστημίου. Θέμα της υφηγεσίας ήταν «Η ιστορική γεωγραφία της νήσου Εύβοιας κατά τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου». Η ακαδημαϊκή του ανέλιξη υπήρξε έκτοτε ραγδαία. Έκτακτος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, καθηγητής στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο του Mainz έως το 1985, χρονολογία κατά την οποία επιστρέφει στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης προκειμένου να διαδεχθεί τον δάσκαλό του Herbert Hunger ως τακτικός καθηγητής των Βυζαντινών Σπουδών. Τη θέση αυτή κατέχει μέχρι σήμερα.

Ο καθηγητής κ. Johannes Koder«Oι πνευματικοί δεσμοί που έχει σφυρηλατήσει ο τιμώμενος καθηγητής με την Ελλάδα είναι στενότατοι, όχι μόνο γιατί οι δικοί μας επιστήμονες και ερευνητές έχουν διδαχθεί πολλά από εκείνον και έχουν πολλαπλώς βοηθηθεί στο ερευνητικό τους έργο αλλά διότι ο ίδιος γνωρίζει τον τόπο μας όσο λίγοι και έχει συμβάλει τα μέγιστα στην καλλιέργεια των Βυζαντινών αλλά και των Νεοελληνικών Σπουδών», επισήμανε ο Αντιπρύτανης καθηγητής κ. Μ. Δερμιτζάκης υποδεχόμενος, εκ μέρους της Συγκλήτου, τον καθηγητή Koder. «O ακάματος και χαλκέντερος ερευνητής κινείται με την ίδια άνεση στον χώρο της ιστορικής γεωγραφίας και της ιστορίας γενικότερα, της φιλολογίας αλλά και της μελέτης του καθημερινού βίου και του πολιτισμού των Βυζαντινών. Είναι μνημειώδεις οι εργασίες του για την ιστορική γεωγραφία της Εύβοιας, της Στερεάς Ελλάδας και της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, των Ιονίων Νήσων και, τέλος, του Αιγαίου Πελάγους. Τα κείμενα και οι εργασίες του σχετικά με την καθημερινή ζωή και τη διατροφή στο Βυζάντιο αποτελούν σημεία αναφοράς για όσους θέλουν να ασχοληθούν με το συγκεκριμένο αντικείμενο», επισήμανε ο κ. Δερμιτζάκης.

Τη ζωή και το έργο του τιμωμένου παρουσίασε εκτενέστερα ο καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής κ. Αθανάσιος Μαρκόπουλος. «Το έργο ζωής του Johannes Koder είναι συνυφασμένο με τη σπουδή όχι μόνο της Βυζαντινής Φιλολογίας, με την οποία εισήλθε στον βυζαντινολογικό επιστημονικό κόσμο, αλλά και με τη μελέτη του βυζαντινού πολιτισμού εν συνόλω. O Koder είναι από τους τελευταίους βυζαντινολόγους οι οποίοι συνομιλούν με υποδειγματική εμβρίθεια και περίσσια αξιοσύνη με θέματα φιλολογικά και ιστορικά, χωρίς η συνομιλία αυτή να αποβαίνει σε βάρος της μιας ή της άλλης πλευράς», υπογράμμισε ο κ. Μαρκόπουλος. «Η συνειδητή απομάκρυνση του Koder από την ιστορικιστική τάση, που ασφαλώς καταδυνάστευσε τη μελέτη όχι μόνο της βυζαντινής φιλολογίας αλλά και των βυζαντινών σπουδών γενικότερα, οφείλεται στο εύρος των ενδιαφερόντων του τα οποία σχεδόν επιβάλλουν μεγάλη ακτίνα προσεγγίσεων. Oι δάσκαλοί του τον εισήγαγαν στη μελέτη ενός καινούργιου κόσμου που ερχόταν με περισσή δύναμη να καταλάβει τη θέση που του άρμοζε από πολύν καιρό στις ανθρωπιστικές επιστήμες. O Koder ανήκει στην πρώτη γενιά μαθητών της κραταιάς μεταπολεμικής βυζαντινολογικής Σχολής της Αυστρίας. Oι μέντορες του Koder, όπως ο Hunger ή ο O. Demus, ήσαν οι πρώτοι φυσικοί αποδέκτες της βυζαντινής ατμόσφαιρας που άρχισε να περιβάλλει τη Βιέννη στις αρχές του εικοστού αιώνα, εκείνοι που κίνησαν αργότερα, μετά τη λήξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου, τα νήματα για τη θέσπιση βυζαντινών σπουδών στην Αυστριακή πρωτεύουσα και εκείνοι που μεταλαμπάδευσαν στον μαθητή τους μια εκ των ένδον προσέγγιση με τον κόσμο της Ρωμανίας», σημείωσε ο κ. Μαρκόπουλος.

Ρωτήσαμε τον καθηγητή Koder, ο οποίος μιλάει και γράφει απταίστως την ελληνική γλώσσα, πότε γεννήθηκε η αγάπη του για τη γλώσσα μας και τι ήταν εκείνο που τον ώθησε να στραφεί προς τις βυζαντινολογικές σπουδές.

Η αγάπη για μια γλώσσα δεν ξέρω πότε γεννιέται και πώς εξελίσσεται. Στην Αυστρία, πάντως, εκείνα τα χρόνια η αρχαία ελληνική γλώσσα διδασκόταν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έτσι, όταν ήρθα για πρώτη φορά στην Αθήνα, το 1960, γνώριζα ήδη αρχαία ελληνικά και είχα μια πρώτη εντύπωση, θα έλεγα, της ελληνικής γλώσσας. Κατά τη διάρκεια της τότε πολύμηνης παραμονής μου στην Ελλάδα είχα την ευκαιρία, και αν θέλετε την ανάγκη, να μάθω πολύ γρήγορα νέα ελληνικά, καθώς ήταν η μόνη γλώσσα με την οποία μπορούσα να έρθω σε επαφή με τους Έλληνες. Για παράδειγμα, στο σπίτι όπου διέμενα τότε, κανείς δεν μιλούσε άλλη γλώσσα εκτός από την ελληνική. Επομένως, έπρεπε να την μάθω για να μπορώ να συνεννοούμαι μαζί τους. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, τη γλώσσα τη βιώνεις πάντοτε σε συνδυασμό με την υπόλοιπη ζωή, τα βιώματα και τις παραστάσεις που αποκομίζεις από μια χώρα και έναν πολιτισμό.
Όσον αφορά στη στροφή μου στη βυζαντινολογία, αυτή ήταν μια απόφαση που ήρθε σταδιακά. Θα ήθελα να επισημάνω ότι την περίοδο εκείνη οι σπουδές δεν ήταν τόσο οργανωμένες όσο σήμερα. Δεν ήταν, για παράδειγμα, ασυνήθιστο να άρχιζες από έναν τομέα της επιστήμης και ο τομέας στον οποίο κατέληγες να ήταν κάπως διαφορετικός. Και εγώ ξεκίνησα την επιστημονική μου σταδιοδρομία με τις αρχαίες ανατολικές γλώσσες (ιερογλυφικά) και τα Αραβικά και μετά στράφηκα στη μελέτη των βυζαντινών χρόνων. Είχα πάντως από τότε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον μεσογειακό χώρο, το οποίο συνεχίζεται με τις μελέτες μου για την ιστορική γεωγραφία περιοχών της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Συρίας.

Στην ομιλία σας χαρακτηρίσατε την απονομή του τίτλου του Επίτιμου Διδάκτορα από το Πανεπιστήμιο Αθηνών ως την ύψιστη τιμή για έναν Βυζαντινολόγο. Τι προσθέτει σε έναν διεθνώς αναγνωρισμένο επιστήμονα, όπως είστε εσείς, ένας τέτοιος τιμητικός τίτλος;

Αισθάνομαι πραγματικά μεγάλη συγκίνηση από την τιμή που μου έκανε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το παλαιότερο και μεγαλύτερο Πανεπιστήμιο της χώρας. Όταν ήρθα για πρώτη φορά στην Αθήνα, το 1960, ούτε που ονειρευόμουν ότι θα σπούδαζα βυζαντινολογία, πόσο μάλλον ότι θα αναγορευτώ επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η ανάπτυξη των βυζαντινών σπουδών και ιδιαίτερα της Βυζαντινής Φιλολογίας οφείλει πολλά στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ασφαλώς, και η Θεσσαλονίκη έχει πλέον εξελιχθεί σε ένα σημαντικό κέντρο μελέτης των βυζαντινών χρόνων. Ωστόσο, χωρίς το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το οποίο έδωσε από νωρίς την ευκαιρία στους ερευνητές να μελετήσουν τη συγκεκριμένη περίοδο, τα πράγματα δεν θα ήταν τα ίδια σήμερα. Oι Βυζαντινές σπουδές, παντού στον κόσμο, δεν θα είχαν προχωρήσει τόσο πολύ χωρίς την ηθική και επιστημονική υποστήριξη του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι, λοιπόν, μεγάλη τιμή για έναν μελετητή των Βυζαντινών χρόνων να αναγορεύεται Επίτιμος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η ιστορική γεωγραφία του μεσαιωνικού κόσμου αποτελεί πυρήνα της ερευνητικής και συγγραφικής σας δραστηριότητας. Τι ακριβώς περιλαμβάνει και απαιτεί η μελέτη αυτού του πεδίου; Πώς το προσεγγίζετε, με ποιες μεθόδους και με βάση ποιο υλικό;

Η Ιστορική Γεωγραφία έχει δύο όψεις. Oι περισσότεροι ιστορικοί την βλέπουν ως μέθοδο, ως βοήθημα της Ιστορίας. Για τους γεωγράφους η Ιστορική Γεωγραφία είναι κάτι δευτερεύον, καθώς στο κέντρο των ενδιαφερόντων τους είναι η φυσική γεωγραφία, από τη μια πλευρά, και η σύγχρονη οικιστική γεωγραφία, από την άλλη. Προσωπικά πιστεύω ότι εάν δεν μπορείς να σκεφτείς και χωρικά, εάν δεν λάβεις, με άλλα λόγια, υπόψη σου τον χώρο μέσα στον οποίο συμβαίνουν τα εκάστοτε τεκταινόμενα, δεν μπορείς να γράψεις ιστορία. Ό,τι κάνεις για να ερμηνεύσεις ένα ιστορικό φαινόμενο, εμπεριέχει και μια διάσταση χωρική. Αρχίζοντας, λοιπόν, από αυτό προσπάθησα να συστηματοποιήσω τη μελέτη της Ιστορικής Γεωγραφίας.
Έτσι, λοιπόν, στη μελέτη της Ιστορικής Γεωγραφίας έχουμε τέσσερεις βάσεις: πρώτον, τη φυσική εξέλιξη του χώρου και τη φυσική/επιφανειακή γεωγραφία, δεύτερον, τα μνημεία και κάθε είδους ανθρώπινο κατασκεύασμα, τρίτον τις γραπτές πηγές και τέταρτον, πολύ σημαντικό, τα τοπωνύμια. Τα τελευταία έχουν εξαιρετική σημασία, καθώς δεν αλλάζανε εύκολα τα παλαιότερα χρόνια. Oι κάτοικοι μιας περιοχής μπορεί να άλλαζαν από αιώνα σε αιώνα, ωστόσο, το τοπωνύμιο παρέμενε το ίδιο. Μόνο στις περιπτώσεις που οι νέοι κάτοικοι μια περιοχής δεν έβρισκαν παλαιότερη ονομασία, μόνον τότε έδιναν ένα καινούργιο όνομα στην περιοχή. Η ιδέα της αλλαγής του ονόματος μιας περιοχής είναι μια εξέλιξη που αρχίζει στα τέλη του 18ου αιώνα και ιδιαίτερα στον 19ο και 20ό αιώνα. Αυτό παρατηρείται σε όλες σχεδόν τις βαλκανικές χώρες εκτός από την Αλβανία, όπου το φαινόμενο δεν έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις. Τα περισσότερα τοπωνύμια έχουν εκεί παραμείνει τα ίδια εδώ και πάρα πολλούς αιώνες.

Το ενδιαφέρον σας για την καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο αντικατοπτρίζεται και στη μελέτη σας για τα ζητήματα διατροφής. Συγκρίνοντας τη σύγχρονη ελληνική/δυτική διατροφή με εκείνη του Βυζαντίου, σε ποια βασικά συμπεράσματα θα καταλήγατε;

Αυτό που, ίσως, κάνει περισσότερο εντύπωση είναι η τεράστια διαφορά, σε σχέση με ό,τι συμβαίνει στις μέρες μας, όσον αφορά στην κατανάλωση κρέατος. Σήμερα τρώμε κρέας σχεδόν καθημερινά. Τότε οι άνθρωποι έτρωγαν κρέας πολύ σπάνια, κυρίως σε γιορτές και περισσότερο, βέβαια, τον χειμώνα παρά το καλοκαίρι, λόγω και των προβλημάτων διατήρησης του κρέατος. Γενικά πάντως το να τρως κρέας ήταν κάτι το εξαιρετικό την περίοδο εκείνη. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σήμερα, τα λαχανικά διαδραμάτιζαν πολύ σημαντικό ρόλο στη διατροφή των ανθρώπων, όπως άλλωστε και τα όσπρια. Ντομάτες και πατάτες φυσικά δεν υπήρχαν, ενώ το σπανάκι αρχίζει να εμφανίζεται από τον 12ο αιώνα και εξής. Ωστόσο, πρέπει να γνωρίζουμε ότι η μελέτη της διατροφής προσφέρει σημαντικά στοιχεία και για τον τρόπο ζωής αλλά και την οικονομία της εποχής. Αρκεί να αναφέρω, για παράδειγμα, ότι το ψάρι και το λάδι ήταν πολύ ακριβά την περίοδο εκείνη, κάτι που άλλωστε ισχύει εν μέρει και σήμερα.

Έχετε ασχοληθεί διεξοδικά τόσο με το έργο του Συμεών του Νέου Θεολόγου όσο και με εκείνο του Ρωμανού του Μελωδού. Αναφερθήκατε στην ομιλία σας σε ομοιότητες και διαφορές των δύο αυτών μεγάλων μορφών. Μπορείτε να αναφερθείτε σε αυτές επιγραμματικά;

Oμοιότητες δεν έχουν σχεδόν καθόλου εκτός, ίσως, από το γεγονός ότι και οι δυο είναι βυζαντινοί συγγραφείς, έχουν ένα βασικό μορφωτικό επίπεδο αλλά, σε αντίθεση με ό,τι, ενδεχομένως, θα περίμενε κανείς, δεν γράφουν με ένα αττικίζον ύφος αλλά αναπτύσσουν μια δική τους προσωπική τεχνική γραφής. Επίσης, είναι σημαντικό ότι και από τους δυο σώζονται αρκετά κείμενα, γεγονός που μας δίνει τη δυνατότητα να μελετήσουμε τόσο τους ίδιους όσο και την εποχή μέσα στην οποία αυτοί έζησαν και δημιούργησαν. Αντίθετα, οι διαφορές είναι αρκετές. O Συμεών ήταν καλόγερος, ενώ ο Ρωμανός, παρότι του άρεσε η ζωή του μοναχού, ο ίδιος δηλώνει ότι δεν υπήρξε μοναχός, και βέβαια δεν έχουμε κανέναν λόγο να το αμφισβητήσουμε. Παρότι, πράγματι, ζούσε κοντά στην Εκκλησία, εδώ δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν μοναχός. Έπειτα ο Ρωμανός είχε επάγγελμα, ήταν μελωδός, έγραφε κοντάκια. Σήμερα είμαστε βέβαιοι ότι έγραψε περισσότερα από 60 κοντάκια, τα οποία αναγνωρίζονται ως γνήσια. Δεν συνέθεσε αγιολογικά κοντάκια, με ελάχιστες εξαιρέσεις, γιατί στην εποχή του δεν ήταν τόσο διαδεδομένα. Έγραφε κυρίως για τις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας, το Πάσχα, τα Χριστούγεννα κ.λπ.
Επίσης, μια ακόμα σημαντική διαφορά μεταξύ των δυο είναι ότι ο Ρωμανός ήταν γνωστός παντού στον ελληνόγλωσσο εκκλησιαστικό κόσμο, σε αντίθεση με τον Συμεών, ο οποίος ήταν αναγνωρισμένος μόνον από έναν πολύ στενό κύκλο ανθρώπων, οι οποίοι ήταν κάτι σαν οπαδοί του. Για παράδειγμα, σώζονται αποσπάσματα έργων του Ρωμανού σε παπύρους. Oι πάπυροι βρέθηκαν στην Αίγυπτο και χρονολογούνται στα τέλη του έκτου ή το πολύ στις αρχές του εβδόμου αιώνα. Το πιο πιθανό είναι ότι τα αποσπάσματα αυτά του Ρωμανού μεταφέρθηκαν προφορικά από ανθρώπους που πήγαιναν από την Κωνσταντινούπολη στην Αίγυπτο, τη Συρία και τους Αγίους Τόπους. Αντίστοιχη αναγνώριση στο έργο του Συμεών δεν έχουμε.


Αρχή της σελίδας