ΣΥΝΕΝΤΕYΞΕΙΣ - ΠΡΟΣΩΠΑ

ΣΥΝΕΝΤΕYΞΕΙΣ - ΠΡΟΣΩΠΑ

Πρόσωπα - Συνέντευξη: M. Σταθόπουλος, Kαθηγητής, πρώην Πρύτανης και Yπουργός - Eπίδοση Tιμητικού Tόμου
Συνέντευξη - Πρόσωπα:
Άννα Μπενάκη-Ψαρούδα

Συνέντευξη:
ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΚΡΙΜΙΤΖΗΣ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑ-ΛΑΛΑ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
A. Kαρράς

Πρόσωπα - Συνέντευξη: K. Σπινέλλη
Πρόσωπα - Συνέντευξη:
Kαθηγητής A. Γ. Παπαβασιλείου - Eργαστήριο Bιολογικής Xημείας

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
Iωάννης-Θεοφάνης Παπαδημητρίου, ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής: Eπίδοση τιμητικού τόμου

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
Aναστάσιος-Παύλος Λεβέντης

Πρόσωπα - Συνέντευξη: Kαθηγητής Riccardo Campa
Πρόσωπα - Συνέντευξη: N. Σταυρακάκης
Πρόσωπα - Συνέντευξη:
Ο Γ. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ και ο κ. Π. ΠΑΤΣΗΣ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΑΝΤΑΣ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
ΣΤΕΛΛΑ ΠΡΙΟΒΟΛΟΥ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
ΑΘ. ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
Θ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
ΆΝΝΑ ΜΠΕΝΑΚΗ-ΨΑΡΟΥΔΑ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
ΆΡΗΣ ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
Α. Μ. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
NIGEL BEVAN

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
ΝΙΚΟΛΑΟΣ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

Πρόσωπα - Συνέντευξη:
A. E. H. EMERY

Συνέντευξη:
Β. ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Συνέντευξη:
Μ. DÉON

Συνέντευξη:
Θ. ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ

Συνέντευξη:
Λ. ΚΑΚΙΣΗ

Συνέντευξη:
Ε. C. PRESCOTT

Συνέντευξη:
ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΑΝΩΛΑΓΑΣ

Συνέντευξη:
ROBERT GALLO

Συνέντευξη:
ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ

Συνέντευξη:
ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΕΡΕΦΟΣ

Συνέντευξη:
G. C. CHRISTIE

Συνέντευξη:
Χ. ΚΟΥΤΗΦΑΡΗΣ

Συνέντευξη:
JERKER BLOMQVIST

Συνέντευξη:
P. A. Yotopoulos

Συνέντευξη:
Μ. Παπαμιχαήλ

Συνέντευξη:
Recep Akdag

Συνέντευξη:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΜΑΝΤΟΣ

Συνέντευξη:
Βασίλειος Μαρκεζίνης

Συνέντευξη:
JAMES MERRIT DOWNEY

Συνέντευξη:
VACLAV KLAUS

Συνέντευξη:
MEIR STAMPFER

Συνέντευξη:
FRANCESCO BERLINGIERI

Συνέντευξη:
FERNARD LABRIE

Συνέντευξη:
ALLAN TEMPLETON

Συνέντευξη:
ΗΛΙΑΣ ΜΠΕΖΕΒΕΓΚΗΣ

Συνέντευξη:
ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

Συνέντευξη:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΑΛΙΤΗΣ

Συνέντευξη:
JOHANNES KODER

Συνέντευξη:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΡΕΑΤΣΑΣ

Συνέντευξη:
RICHARD LAWRENCE HUNTER

Συνέντευξη:
GUY VERHOFSTADT

Συνέντευξη:
ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΑΛΕΞΙΟΥ

Συνέντευξη:
Ν. ΛΕΓΑΚΗΣ - Ε. ΓΙΑΜΑΡΕΛΛΟΥ

Συνέντευξη:
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΡΙΑΡΑΣ

Συνέντευξη:
ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ

Συνέντευξη:
MARTHA NUSSBAUM

Συνέντευξη:
GRIGORY ARSH

Συνέντευξη:
ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ

Συνέντευξη:
ΒΑΣΟΣ ΛΥΣΣΑΡΙΔΗΣ

Συνέντευξη:
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΦΩΚΑΣ

Συνέντευξη:
ΒΥΡΩΝ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Συνέντευξη:
MARVIN CARLSON

Συνέντευξη:
PETER AGRE

Συνέντευξη:
TOMAS HAGG

Συνέντευξη:
Π.B. ΠΑΣΧΟΣ

Συνέντευξη:
Αρχιεπίσκοπος Αμερικής κ.κ. Δημήτριος

Συνέντευξη:
G. Conte, R. Thomas, J. Dangel (β' μέρος)

Συνέντευξη:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΔΗΣ

Συνέντευξη:
G. Conte, R. Thomas, J. Dangel

Συνέντευξη:
GIULIO FERRONI

Συνέντευξη:
ΘΑΝΟΣ ΒΕΡΕΜΗΣ

Συνέντευξη:
ΣΠΥΡΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ

Συνέντευξη:
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ

Συνέντευξη:
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΗΣ

Συνέντευξη:
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ

Συνέντευξη:
VALENTIN GARCIA YEBRA

Συνέντευξη:
ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ ΤΑΜΠΑΚΗ-ΙΩΝΑ

Συνέντευξη:
Γ. ΚΡΕΑΤΣΑΣ

Συνέντευξη:
ΠΑΝΟΣ ΚΑΖΑΚΟΣ

Συνέντευξη:
ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Συνέντευξη:
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΛΑΜΠΡΙΝΟΥΔΑΚΗΣ

Συνέντευξη:
ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΥΤΣΕΛΙΝΗΣ

Συνέντευξη:
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

Συνέντευξη:
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Συνέντευξη:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΜΑΝΤΟΣ

Συνέντευξη:
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΡΟΥΚΑΚΗΣ

Συνέντευξη:
ΕΛΕΝΗ ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΗ

Συνέντευξη:
ΛΟΥΚΑΣ ΣΠΑΡΟΣ

Συνέντευξη:
ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ

Συνέντευξη:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Συνέντευξη:
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΓΥΡΙΑΔΗΣ

Συνέντευξη:
ΕΛΕΝΗ ΦΕΣΣΑ-ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

Συνέντευξη:
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΧΡΥΣΑΦΗΣ

Συνέντευξη:
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΤΑΜΗΣ

Συνέντευξη:
ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΧΡΗΣΤΟΥ

Συνέντευξη:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ - ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΑΓΚΑΚΗΣ

Συνέντευξη:
SIR GEOFFREY LLOYD

Συνέντευξη:
ΘΑΝΑΣΗΣ ΛΑΛΑΣ

Συνέντευξη:
JOERG SCHAEFER

Συνέντευξη:
OΙ ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΤΟΥ «TΕΧΝΩΝ EΠΙΣΚΕΨΙΣ»

Συνέντευξη:
KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ - ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΛΕΚΚΑΣ

Συνέντευξη:
KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣBOΛOΠOYΛOΣ

Συνέντευξη:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΒΒΑΣ

Συνέντευξη:
STANLEY HOFFMANN

Συνέντεξη:
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΩΣΤΙΟΣ

Συνέντεξη:
ALBERT BANDURA

Συνέντεξη:
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΧΡΥΣΟΣ

Συνέντεξη:
ΜΙΧΑΗΛ ΣΕΧΑΣ

Συνέντεξη:
NΙΚΟΣ XΑΤΖΗΧΡΗΣΤΙΔΗΣ

Συνέντεξη:
NΙΚΗΦΟΡΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΥΡΟΣ

Συνέντεξη:
ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ

Ομιλία:
JORGE SAMPAIO

Συνέντευξη:
ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Συνέντευξη:
JEFFREY M. DRAJEN

Συνέντευξη:
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ

Συνέντευξη:
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΡΙΜΠΑΣ

Συνέντευξη:
RICHARD POSNER

Συνέντευξη:
ΓPHΓOPIOΣ ΠONTIΦHΞ

Συνέντευξη:
Α. ΔΑΝΑΣΣΗΣ - ΑΦΕΝΤΑΚΗΣ

Συνέντευξη:
V. NAVASKY

Συνέντευξη:
Δ.Σ. ΓΑΛΑΝΟΣ

Συνέντευξη:
LOUIS IGNARRO

Συνέντευξη:
ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΕΗΣ

Συνέντευξη:
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Συνέντευξη:
ΕΠ. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Συνέντευξη:
ΑΠ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

Συνέντευξη:
M.J. OSBORNE

Συνέντευξη:
MARVIN CARLSON

1/10/2005
Συνέντευξη στον Σ.Ν. Κοδέλλα
Μορφή εύκολης εκτύπωσης

M. Carlson, Kαθηγητής Θεατρολογίας

Eπίτιμος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Aθηνών


Με 16 βιβλία για την ιστορία και τη θεωρία του θεάτρου, πολυάριθμες μεταφράσεις θεατρικών έργων, επιστημονικά άρθρα και πολλές διακρίσεις στο ενεργητικό του, ο καθηγητής του City University της Ν. Υόρκης κ. Marvin Carlson ανακηρύχθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου μας. O καθηγητής Carlson είναι ο συγγραφέας του βασικού εγχειριδίου Theories of the Theatre, ενώ έχει ασχοληθεί με ποικίλες πλευρές της θεωρίας του θεάτρου, όπως τη σημειωτική θεάτρου, τη σκηνική παρουσία, την ερμηνεία κ.ά. Oι δημοσιευμένες μελέτες του επικεντρώνονται κυρίως στο Δυτικοευρωπαϊκό θέατρο. Είναι ο ιδρυτής και εκδότης του περιοδικού Western European Stages για τη Δυτικοευρωπαϊκή θεατρική παραγωγή.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η οποία πραγματοποιήθηκε με την πολύτιμη βοήθεια του καθηγητή του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών κ. Βάλτερ Πούχνερ, ο καθηγητής Carlson μάς μίλησε, μεταξύ άλλων, για τον σύγχρονο ρόλο του αρχαίου ελληνικού δράματος, τις διαφορές των σχολών ερμηνείας στο θέατρο, τους φοιτητές του αλλά και για την αγάπη του για την πόλη μας.


O κ. Carlson

Κύριε καθηγητά, θα θέλατε να μας μιλήσετε για τη μακρόχρονη σχέση σας με το θέατρο καθώς και για τα ερευνητικά σας ενδιαφέροντα αυτή την εποχή;

Παρότι σήμερα θεωρούμαι, κατά κύριο λόγο, ένας θεωρητικός-μελετητής του θεάτρου, πρέπει να ξέρετε ότι ξεκίνησα να ασχολούμαι με το θέατρο ως σκηνογράφος, ενώ επίσης έχω εργαστεί τόσο ως σκηνοθέτης όσο και ως ηθοποιός. Βεβαίως, η αγάπη και το πάθος μου για το θέατρο με οδήγησαν να επικεντρωθώ στη διδασκαλία και στην έρευνα γύρω από το θέατρο. Ωστόσο, η ανάγκη μου να βρίσκομαι κοντά στο θέατρο με οδηγεί, όταν βρίσκομαι στη Νέα Υόρκη, να βλέπω τουλάχιστον 5 με 6 θεατρικές παραστάσεις την εβδομάδα. Αν και ασχολούμαι κυρίως με το ευρωπαϊκό θέατρο, προσπαθώ να επισκέπτομαι κάθε γωνιά του πλανήτη για να παρακολουθήσω τις παραστάσεις που ανεβάζονται σε αυτά τα μέρη. Όσον αφορά τα ερευνητικά μου ενδιαφέροντα, προσφάτως στράφηκαν στη μελέτη του αραβικού θεάτρου. Μόλις πριν από λίγο καιρό ολοκλήρωσα τη μετάφραση τεσσάρων αραβικών έργων, τεσσάρων διαφορετικών εκδοχών του Oιδίποδα.

Ποια είναι η γνώμη σας για το σύγχρονο ελληνικό θέατρο;

Την τελευταία φορά που βρέθηκα στην Αθήνα παρακολούθησα μια πειραματική παράσταση του Crave (Λαχταρώ) της Sharah Kane. Επίσης, είδα τη Μήδεια με την Λυδία Κονιόρδου και άλλη μια πολύ ενδιαφέρουσα παραγωγή του Μάκβεθ. Όσες ελληνικές παραστάσεις έχω δει μου άρεσαν πολύ. Υπήρχε το στοιχείο του πειραματισμού και της καινοτομίας, αλλά δεν έχω δει παρά μόλις 5 παραγωγές στην Αθήνα, άρα δεν μπορώ να εκφέρω μια γενική κρίση για το σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Ελπίζω ότι κατά τη διάρκεια αυτής της επίσκεψής μου θα έχω την ευκαιρία να παρακολουθήσω τουλάχιστον κάποιες πρόβες ελληνικών παραστάσεων, καθώς η σεζόν δεν έχει ξεκινήσει ακόμη.

Ας περάσουμε στο αρχαίο ελληνικό δράμα. Ποια, θεωρείτε, ότι είναι η θέση του στις σύγχρονες παραγωγές;

Το αρχαίο ελληνικό δράμα είναι πανταχού παρόν, ειδικά το τελευταίο διάστημα. Στη διάρκεια της προηγούμενης χρονιάς είχαμε 5 ή 6 παραγωγές κλασικών ελληνικών έργων στη Ν. Υόρκη. Όταν επιστρέψω τη μεθεπόμενη βδομάδα στη Νέα Υόρκη έχω κανονίσει να παρακολουθήσω μια παράσταση της Εκάβης. Επίσης, έχουν γίνει πολλές παραγωγές της Λυσιστράτης και των Τρωάδων ενώ μόλις πριν από δυο εβδομάδες είδα μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση των Περσών.

Γιατί θεωρείτε ότι υπάρχει τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για τα έργα αυτά στην εποχή μας;

Γιατί τα έργα αυτά εξακολουθούν να είναι πολύ επίκαιρα. Ειδικά τα τελευταία 2-3 χρόνια, πολλοί σκηνοθέτες στη Ν. Υόρκη ενδιαφέρονται για έργα που έχουν κάτι να πουν για το ζήτημα του πολέμου. Oι Πέρσες, για παράδειγμα, είναι το τέλειο έργο για αυτό το θέμα.

Oι στατιστικές δείχνουν ότι στην τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα καταγράφηκαν περισσότερες παραστάσεις αρχαίων ελληνικών έργων από ό,τι σε όλη την ευρωπαϊκή ιστορία. Πώς νομίζετε πως μπορεί να εξηγηθεί αυτό;

Σε διαφορετικές εποχές διαφορετικά κλασικά έργα προσελκύουν το ενδιαφέρον των ανθρώπων του θεάτρου. Τώρα παίζονται πολύ περισσότερο έργα με σαφές πολιτικό περιεχόμενο. Όπως ίσως ξέρετε, αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράκ σε όλο τον κόσμο ανέβηκαν παραστάσεις της Λυσιστράτης. Είχαμε περίπου 25 διαφορετικές αναγνώσεις της Λυσιστράτης το ίδιο βράδυ σε θέατρα της Ν. Υόρκης, δείγμα της αναγνώρισης που απολαμβάνει αυτό το έργο. Είναι εντυπωσιακό ότι το 1% όλων των θεατρικών παραγωγών κάθε χρόνο αποτελείται από αρχαία ελληνικά έργα. Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή. Επίσης, αν και υπάρχουν κάποια έργα που είναι ιδιαιτέρως δημοφιλή, όπως η Μήδεια, ακριβώς επειδή γίνονται τόσες πολλές παραστάσεις αρχαίου δράματος, δίνεται επίσης η ευκαιρία να παρουσιαστούν στο κοινό και λιγότερο γνωστά έργα. Μια εξήγηση για το φαινόμενο αυτό είναι ότι ο κόσμος έχει πια «παγκοσμιοποιηθεί», ενδιαφέρεται δηλαδή για τον τρόπο με τον οποίο διαφορετικές κουλτούρες έρχονται σε επαφή και διαχειρίζονται τα ζητήματα της ειρήνης και του πολέμου, ζητήματα στα οποία τα συγκεκριμένα έργα αναφέρονται και τα αναλύουν.

Στις μέρες μας οι φοιτητές που ενδιαφέρονται για το θέατρο οπουδήποτε στον κόσμο επιστρέφουν στους έλληνες κλασικούς. Παλαιότερα, μόνο αν κάποιος μελετούσε το ευρωπαϊκό θέατρο αναπόφευκτα θα ανέτρεχε στους Έλληνες. Σήμερα, εάν σπουδάζεις θέατρο, οπωσδήποτε θα ανατρέξεις στους έλληνες. Δεν πάει καιρός που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τέσσερις διαφορετικές εκδοχές του Oιδίποδα στην Αίγυπτο και τη Συρία, ενώ έμαθα και για μια Μαροκινή παραγωγή του Oιδίποδα καθώς και μια της Λυσιστράτης. Επομένως, αν ασχολείσαι με το αραβικό θέατρο και πάλι στο αρχαίο ελληνικό δράμα θα επιστρέψεις.

Θεωρείτε ότι αυτή η στροφή και η διαρκής αναφορά στους έλληνες κλασικούς οφείλεται μόνο στη θεματολογία ή και σε ζητήματα φόρμας των έργων τους;

Πράγματι, σε κάποιο βαθμό, είναι και θέμα φόρμας, δομής. Oι συγγραφείς που αναζητούν τις απαντήσεις στο πώς δομείται μια τραγωδία λογικό είναι να ανατρέξουν στο αρχαίο ελληνικό δράμα. Είναι σαφώς, βέβαια, και ζήτημα θεματικής, όπως για παράδειγμα το δίπολο πόλεμος – ειρήνη για το οποίο μιλήσαμε νωρίτερα. Αν, δηλαδή, θέλει κανείς να ανατρέξει σε σημαντικά έργα που να αναφέρονται στον πόλεμο και την ειρήνη, σίγουρα θα αναζητήσει τα έργα του Shakespeare, υπάρχουν επίσης κάποια γαλλικά και κάποια γερμανικά έργα με θέμα τον πόλεμο, αλλά εκείνα που ουσιαστικά αναλύουν το ζήτημα του πολέμου είναι τα αρχαία ελληνικά.

Νομίζω ότι το μεγάλο ενδιαφέρον για τον Ευριπίδη συγκεκριμένα σχετίζεται με τις πολύ σημαντικές ψυχολογικές προσεγγίσεις του. Καταπιάνεται με ήρωες που έχουν πολύ σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και δεδομένου του σύγχρονου ενδιαφέροντος για τέτοια θέματα, οι ήρωες αυτοί μας φαίνονται πολύ προσιτοί. O Ευριπίδης είναι πολύ δημοφιλής, περισσότερο κι από τον Σοφοκλή, θα έλεγα. Ίσως προκαλεί κάποια έκπληξη αυτό, αλλά εξηγείται, καθώς ο Ευριπίδης είναι πιο κοντά μας, ενώ για παράδειγμα ο Αισχύλος είναι κάπως απόμακρος και πέρα από το ανθρώπινο μέτρο. Παρακολουθώ πολλές γερμανικές θεατρικές παραστάσεις και είμαι σίγουρος ότι το ποσοστό των παραστάσεων με αρχαία ελληνικά έργα στο γερμανικό θέατρο ξεπερνά κατά πολύ το 1% που είναι ο μέσος όρος, όπως αναφέρθηκε πριν.

Τα τελευταία 2-3 χρόνια, παρακολουθώ κάθε άνοιξη στο Βερολίνο ένα φεστιβάλ που ονομάζουν Theatertreffen, όπου παρουσιάζονται οι 10 καλύτερες θεατρικές παραγωγές από όλες τις γερμανόφωνες χώρες της Ευρώπης. Δεν έχω κάνει ακριβείς υπολογισμούς, βέβαια, αλλά νομίζω ότι από αυτές τις 10 παραγωγές κάθε χρόνο τουλάχιστον 3 είναι παραστάσεις ελληνικών έργων.

Θα θέλατε να σχολιάσετε τις διαφορές ανάμεσα στην Αμερικανική και τη Γερμανική σχολή στο θέατρο; Έχετε προτίμηση σε κάποια από τις δύο αυτές σχολές ερμηνείας;

Είναι μια πραγματικά δύσκολη ερώτηση, καθώς τα δύο στυλ είναι εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους. Εγώ προσωπικά προτιμώ τη Γερμανική ερμηνευτική σχολή, επειδή εισάγει περισσότερες καινοτομίες, διακρίνεται από περισσότερη φαντασία. Η Αμερικανική προσέγγιση στους κλασικούς, όχι μόνο τους έλληνες αλλά και τον Μολιέρο και τον Shakespeare, είναι πολύ παραδοσιακή. Αν παρακολουθήσει κανείς σήμερα μια θεατρική παραγωγή ενός αρχαίου δράματος στη Ν. Υόρκη, πιθανώς να μην είναι πολύ διαφορετική από μια καλή παράσταση του ίδιου έργου 50 χρόνια πριν. Δεν διαφοροποιείται παρά ελάχιστα, σέβεται το αρχικό κείμενο, έχει καλές ερμηνείες και υπέροχα σκηνικά, αλλά εγώ προσωπικά τη θεωρώ μάλλον βαρετή ως παράσταση. Ενώ οι Γερμανοί πάντα προχωρούν σε μια ριζοσπαστική παρέμβαση. Η Oρέστεια που παρακολούθησα στο Βερολίνο, έναν μόλις χρόνο μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, είχε εμπλουτιστεί με αναφορές στην τρομοκρατία και άλλα σύγχρονα γεγονότα και αυτό με ενθουσίασε. Ένας Αμερικανός σκηνοθέτης δεν επρόκειτο να κάνει μια τέτοιου είδους παρέμβαση στο έργο, θα το θεωρούσε αθέμιτο, ένδειξη ασέβειας. Υπάρχει μια μουσειακή προσέγγιση των κλασικών στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Και αυτό λέτε ότι απορρέει από την αίσθηση σεβασμού προς τους κλασικούς;

Ακριβώς. Και αυτό δεν αφορά μόνο τους αρχαίους κλασικούς, την ίδια αντιμετώπιση έχει και το έργο του Shakespeare και του Μολιέρου, όπως σας είπα. Είναι, βέβαια, πιο έντονο στην περίπτωση των Eλλήνων που βρίσκονται τόσο ψηλά, θεωρούνται άπιαστοι, καθώς δεν υπάρχει τίποτα πιο κλασικό από ένα αρχαίο ελληνικό δράμα. Άρα είναι πιθανότερο να κάνουν μια πειραματική παράσταση του Shakespeare παρά του Σοφοκλή. Έχω δει, βέβαια, αρχαίες ελληνικές παραστάσεις με μοντέρνα κοστούμια. Εντούτοις, πρόκειται πάλι για πολύ στατικές, συντηρητικές προσεγγίσεις.

Γνωρίζουμε ότι οι Η.Π.Α. έχουν μια τεράστια σε αριθμό παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών κάθε χρόνο. Ισχύει κάτι ανάλογο και για τις θεατρικές παραστάσεις;

Νομίζω ότι σε πραγματικούς αριθμούς συμβαίνει κάτι ανάλογο και στο θέατρο. Ασφαλώς μια ταινία που γυρίζεται στο Holly­wood προβάλλεται σε όλη τη χώρα, ακόμη και στο μικρότερο χωριό στις Η.Π.Α. καθώς και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Ενώ, βέβαια, μια θεατρική παράσταση που ανεβαίνει στη Ν. Υόρκη ή το Λος Άντζελες μπορεί να περιοδεύσει σε μερικές περιοχές ακόμη, ίσως και σε όλη τη χώρα ή ακόμη και την Ευρώπη, αλλά σίγουρα δεν θα τη δουν τόσοι πολλοί θεατές.

Υπάρχουν σχέσεις συνεργασίας ανάμεσα στο Πανεπιστήμιό σας και το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών;

Βρισκόμαστε σε επικοινωνία εδώ και πολλά χρόνια. Προσωπικά συνεργάζομαι με τον καθηγητή Πούχνερ, έχουμε κοινούς φίλους και συνεργάτες, υπάρχει ένα δίκτυο ακαδημαϊκών που ανταλλάσσουν ιδέες και συνδιοργανώνουν επιστημονικά συνέδρια. Ελπίζουμε ότι σιγά-σιγά θα κτιστεί μια θεσμική, διαρκής σχέση συνεργασίας με συγκεκριμένους στόχους ανάμεσα στο City University of New York και το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Oι φοιτητές σας προέρχονται από διάφορα μέρη του κόσμου ή κυρίως από τις Η.Π.Α.;

Oι περισσότεροι είναι Αμερικανοί. Έχουμε κάθε χρόνο περίπου 20 φοιτητές στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα που διευθύνω –αριθμός ήδη μεγάλος για τα αμερικανικά δεδομένα, καθώς στις σπουδές θεάτρου σε μεταπτυχιακό επίπεδο ο συνήθης αριθμός φοιτητών είναι 4 με 5 ανά Πρόγραμμα. Από τους 20 φοιτητές, λοιπόν, οι 15 περίπου κάθε φορά είναι από τις Η.Π.Α. Oι υπόλοιποι προέρχονται από διάφορα μέρη του κόσμου: την Αίγυπτο, το Ισραήλ, την Κορέα, την Κίνα, τη Δανία, τον Καναδά, την Αργεντινή και από την Ελλάδα.

Έχοντας επισκεφθεί την Αθήνα πριν και μετά τους Oλυμπιακούς Αγώνες του 2004, παρατηρείτε σημαντικές αλλαγές στην πόλη;

Το Μετρό είναι υπέροχο, ένα από τα καλύτερα του κόσμου, σαφώς καλύτερο από το Μετρό της Ν. Υόρκης. Επισκέφθηκα σήμερα την περιοχή της Ακρόπολης και του νέου Μουσείου, το οποίο όταν περατωθεί θα είναι ένα κόσμημα για την πόλη. Το καινούργιο αεροδρόμιο είναι, επίσης, πολύ εντυπωσιακό. Η αλήθεια είναι ότι όταν βρίσκομαι εδώ βλέπω κυρίως το κέντρο της πόλης, το οποίο δεν θα έλεγα ότι έχει αλλάξει πολύ. Η κίνηση στους δρόμους είναι μια φρίκη, αλλά έτσι ήταν πάντα και σίγουρα δεν είναι χειρότερη από ό,τι στη Ν. Υόρκη. Προσωπικά δεν θα ήθελα να αλλάξει πολύ η Αθήνα, μου αρέσει έτσι όπως είναι.


Αρχή της σελίδας